Γιώργος Χάλκος, Πάνος Βαλαβάνης
Πετρόκτιστο, ανεπίχριστο, τριώροφο, μνημειακό σπίτι, ένα από τα ελάχιστα μεγάλα φρουριακά τής πρώτης μετεπαναστατικής περιόδου, που διατηρούνται αναλλοίωτα μέχρι σήμερα, στον νότιο δρόμο του λιμανιού τού Χηρόλακα. Για λόγους προφύλαξης από ληστές, στο ισόγειο δεν υπάρχουν παράθυρα, και όλοι οι τοίχοι έχουν μικρά ανοίγματα που χρησίμευαν ως πολεμίστρες. Στο 2ο όροφο υπάρχουν 2 ξύλινοι εξώστες, με σιδερένια φουρούσια και σιδερένια κιγκλιδώματα. Οι γωνιόλιθοι είναι λαξευμένοι, και φέρουν εμφανείς αντισεισμικούς μεταλλικούς συνδέσμους. Στα υπέρθυρα των ανοιγμάτων υπάρχει ανακουφιστική ζώνη από συμπαγείς πλίνθους. Η στέγη είναι ξύλινη, τετράρριχτη, με βυζαντινά κεραμίδια, και δεν προεξέχει των όψεων, αλλά καταλήγει πίσω από το γεισωτό. Χτίστηκε το 1855 από τον καραβοκύρη Ευθύμιο Δ. Κατσούλη, που είχε το παρατσούκλι «Μπουρζής».
Την εποχή αυτή δεν υπήρχε ο δρόμος και η θάλασσα έφτανε ως τα σπίτια. Ο καπετάνιος έδενε το καράβι του μπροστά από την πόρτα του, για να μπορεί εύκολα να το «ξαρματώσει» το χειμώνα. Η μπροστινή πόρτα με τα μαρμάρινα σκαλοπάτια δεν ήταν η κύρια είσοδος, αλλά οδηγούσε στο κατώι, που ήταν κυρίως αποθηκευτικός χώρος για τη σκευή των καραβιών.
Η κύρια είσοδος, που οδηγούσε στο χώρο κατοίκησης, στον 1ο όροφο, ήταν η πλαϊνή πόρτα, που στη μαρμάρινη καμάρα της έχει διασωθεί η επιγραφή Ε. Δ. Κ. 1855.
Ο 2ος όροφος, όπως και σε άλλα σπίτια καραβοκύρηδων, ήταν χωρίς εσωτερικούς τοίχους, το «αβέρτο» όπως το ονόμαζαν, όπου έραβαν και φύλαγαν τα πανιά των καραβιών.


Για να δείτε στον χάρτη που βρίσκεται το «Μπουρζέικο», κάντε κλικ εδώ