Ο διακεκριμένος συμπολίτης μας Κωνσταντίνος Τρ. Μαρτίνος, εφέτης και συγγραφέας, μετά από παραίνεση τού επίσης συμπολίτη μας Ηρακλή Κουτρούμπα, έδωσε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ομιλία στη χριστιανική λέσχη Φωκίδος στις 16-11-2024, με θέμα αφενός την «Ανθρώπινη Δικαιοσύνη», που για κάθε παράβαση επιβάλλεται ποινή ανάλογη τής παράβασης, άφτερου τη «Θεία Δικαιοσύνη», που δεν αποβλέπει στην τιμωρία, αλλά στην μετάνοια και αποκατάσταση τού παραβάτη, και που βέβαια και οι δύο έχουν ως κοινό στόχο την εξασφάλιση τής δικαιοσύνης και της ηθικής τάξεως
Ως «Σύνδεσμος Γαλαξειδιωτών» είμαστε βέβαιοι ότι όταν ένας εφέτης, δίνει τόσο μεγάλη σημασία και στη «Θεία Δικαιοσύνη», δε μπορεί, παρά να προσπαθεί ακατάπαυστα να είναι «Αμερόληπτος και Δίκαιος», εξετάζοντας σε κάθε περίπτωση όλα τα δεδομένα σε βάθος. Του ευχόμαστε κάθε μελλοντική επιτυχία.
Γιώργος Χάλκος

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο τής ομιλίας του.
Ι. Εισαγωγή
1. Η δικαιοσύνη, ως έννοια, έχει απασχολήσει τον άνθρωπο από τα αρχαία χρόνια, καθώς αφορά στην ηθική και κοινωνική ισορροπία. Η θεία και η ανθρώπινη δικαιοσύνη αποτελούν δύο διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου ιδανικού. Η θεία δικαιοσύνη συνδέεται με την πίστη σε έναν ανώτερο, θείο, νόμο, ο οποίος υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα και προσδιορίζει τι είναι δίκαιο και άδικο σύμφωνα με τη θεϊκή βούληση. Η θεία δικαιοσύνη θεωρείται τέλεια και απόλυτη, χωρίς λάθη ή αδικίες. Ο Θεός είναι ο τελικός Κριτής των πράξεων των ανθρώπων και η κρίση Του βασίζεται στην ηθική ακεραιότητα, την αγάπη και τη συμπόνοια. Αντίθετα, η ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι προϊόν της κοινωνικής εξέλιξης και βασίζεται σε νόμους και κανόνες που έχουν διαμορφωθεί από ανθρώπινες κοινωνίες. Οι νόμοι δεν είναι απόλυτοι και αλάνθαστοι, αλλά αναθεωρούνται και τροποποιούνται ανάλογα με τις ανάγκες και τις αξίες της εκάστοτε κοινωνίας. Με τους νόμους επιδιώκεται να επιτευχθεί η ισονομία και η ισοπολιτεία. Ωστόσο, οι νόμοι είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα και άρα υποκείμενα σε λάθη και αδυναμίες. Ενίοτε, η ανθρώπινη δικαιοσύνη μπορεί να είναι ″άδικη″ ή και ανεπαρκής. Ακόμη, όμως, κι αν η ανθρώπινη δικαιοσύνη αποτύχει, η θεία δικαιοσύνη τελικά θα αποδοθεί, είτε στον επίγειο κόσμο είτε μετά θάνατον, στη ″μεταθανάτια κρίση″.
ΙΙ. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη
2. Όπως είναι γνωστό, η τήρηση και εφαρμογή των νόμων, δηλαδή η απονομή δικαιοσύνης, έχει ανατεθεί από την Πολιτεία σε δημόσιους λειτουργούς, στους δικαστές, οι οποίοι είναι μέλη της κοινωνίας και κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους πρέπει να κρίνουν με βάση το Σύνταγμα και τους νόμους και όχι τις προσωπικές πεποιθήσεις τους. Η κρίση τους πρέπει να είναι αμερόληπτη, δηλαδή απροσωπόληπτη και απροκατάληπτη. Όλοι δε οι πολίτες μιας ευνομούμενης Πολιτείας πρέπει να αντιμετωπίζονται από τους εφαρμοστές του δικαίου με ισότητα και αντικειμενικότητα, ανεξαρτήτως της κοινωνικής, πολιτικής ή οικονομικής θέσης που έχει ο καθένας.
3. Όμως, εκτός από το Σύνταγμα και τους νόμους, και η Βίβλος απαιτεί από τους κριτές ακεραιότητα στην άσκηση των καθηκόντων τους. Ειδικότερα, στο πέμπτο βιβλίο της Αγίας Γραφής και τελευταίο της Πεντατεύχου, που ονομάζεται «Δευτερονόμιον», αναφέρονται τα ακόλουθα: «Επίσης, με την ευκαιρία, έδωσα στους δικαστές σας αυτούς ορισμένες οδηγίες: ″Να ακούτε, τους είπα, με προσοχή τις υποθέσεις των συμπατριωτών σας και να κρίνετε δίκαια τις διαφορές του καθενός, είτε αυτές είναι μ’ έναν Ισραηλίτη είτε μ’ έναν ξένο. Να μη μεροληπτείτε όταν κρίνετε. Ν’ ακούτε με την ίδια προσοχή και τους ασήμαντους και τους σπουδαίους. Μη φοβάστε κανέναν, γιατί η κρίση είναι έργο θεϊκό. Κι αν κάποια περίπτωση είναι πολύ δύσκολη για σας, να τη φέρνετε σ’ εμένα κι εγώ θα βγάζω την απόφαση″» (Δευτερονόμιον α’ 16-17) · «Σ’ όλες τις πόλεις που θα σας δώσει ο Κύριος ο Θεός σας, θα διορίσετε δικαστές και αξιωματούχους κατά φυλές. Αυτοί θα αποδίδουν το δίκαιο στο λαό, με ευθυκρισία. Δε θα διαστρεβλώνετε το δίκαιο, δε θα μεροληπτείτε και δε θα δέχεστε δωροδοκία, γιατί το δώρο τυφλώνει τα μάτια των σοφών και διαστρέφει τα λόγια των δικαίων. Το δίκαιο, μόνο το δίκαιο να επιδιώκετε, για να ζήσετε και να πάρετε ιδιοκτησία σας τη χώρα που σας δίνει ο Κύριος, ο Θεός σας» (Δευτερονόμιον ιστ’ 18-20). Επίσης, στο τρίτο βιβλίο της Πεντατεύχου που φέρει τον τίτλο «Λευιτικόν» σημειώνονται τα εξής: «Μην είσαι άδικος όταν δικάζεις. Μην παίρνεις το μέρος του αδύνατου αλλά μην ευνοείς και τον ισχυρό· να κρίνεις δίκαια τον συμπολίτη σου» (Λευιτικόν ιθ’ 15) · «Μην αδικείτε κανέναν στις δίκες· μην εξαπατάτε τους άλλους χρησιμοποιώντας λειψά μέτρα βάρους και όγκου. Να μεταχειρίζεστε ακριβείς πλάστιγγες, ακριβή ζύγια, ακριβές εφά και ακριβές χιν» (Λευιτικόν ιθ’ 35, 36). Εξάλλου, και οι Προφήτες συχνά απευθύνονται στους ποικίλους ηγέτες με την παραίνεση «ποιείτε κρίσιν και δικαιοσύνην» (Ιερεμίου κβ’ 3) · «Κάντε το σωστό και το δίκαιο, λέει ο Κύριος, και γλιτώστε κάθε απογυμνωμένον από τον καταπιεστή του. Μην αδικείτε και μη καταπιέζετε τους ξένους, τα ορφανά και τις χήρες και μη φονεύετε αθώους ανθρώπους σ’ αυτό τον τόπο» (Ιερεμίου κβ’ 3) · «Να σπέρνετε τους είπα δικαιοσύνη ώστε να θερίσετε καρπούς ανάλογους της αγάπης σας» (Ωσηέ ι’ 12). Τέλος, στο κατά Ιωάννου Ευαγγέλιο (κεφ. ζ’ 24) καταγράφονται τα λόγια του Ιησού, ο οποίος είπε σχετικά: «Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε», δηλαδή μη δικάζετε και μη σχηματίζετε κρίσεις με επιπολαιότητα σύμφωνα με την εξωτερική όψη και τα εξωτερικά φαινόμενα, αλλά να κρίνετε δίκαια, με κριτήρια που βασίζονται στην ίδια την πραγματικότητα (″Καινή Διαθήκη″ με σύντομη ερμηνεία [απόδοση στην κοινή νεοελληνική] από τον Παναγιώτη Τρεμπέλα). Κατά την έννοια αυτή ο ακέραιος κριτής είναι δίκαιος κατά το πρότυπο του Θεού, που οφείλει να δικαιώνει τον αθώο, δηλαδή να τον αθωώνει ή να τον αποκαθιστά στο δίκαιό του (βλ. Η Δικαιοσύνη – Ανθρώπινη και Θεία, του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Δανιήλ).
4. Κατά τη διατύπωση διακεκριμένου δικαστού, η ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι «αποδοτική», δηλαδή ανάλογα με το είδος και το μέγεθος της παραβάσεως του Νόμου επιβάλλεται και η ανάλογη ″ποινή″ ή κύρωση, που καθορίζει ο Ποινικός Κώδικας ή ο σχετικός Νόμος. Έτσι, αν κάποιος αφαιρέσει από την κατοχή άλλου ένα αντικείμενο (λ.χ. πορτοφόλι, μηχάνημα κ.λπ.), θα του επιβληθεί από το αρμόδιο δικαστήριο ποινή φυλάκισης για την πράξη του αυτή. Αν όμως αφαιρέσει τη ζωή άλλου, τότε η τιμωρία του θα είναι βαρύτερη, καθώς αντιμετωπίζει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Επίσης, αν κάποιος καταστρέψει ένα υλικό αντικείμενο που ανήκει σε άλλον (λ.χ. ρολόι) ή αφαιρέσει από τη νομή και κατοχή του το ακίνητό του (λ.χ. αγρόκτημα ή οικόπεδο), τότε θα υποχρεωθεί με δικαστική απόφαση να αποδώσει την αξία του ή τη νομή του ακινήτου αντιστοίχως. Συνεπώς, το ανθρώπινο δίκαιο είναι ισότης του μέτρου, διότι δίνει στον καθένα το δίκαιο και δεν παρεκκλίνει σε ένα ή άλλο μέρος, ούτε προσωποληπτεί, όταν πρόκειται να αποδώσει το δίκαιο.
5. Θεολογικά είναι άραγε θεμιτό να προσφεύγουμε στα δικαστήρια για την επίλυση των ιδιωτικών μας διαφορών, ακόμη κι αν έχουμε, όπως πιστεύουμε, δίκιο; Ο απ. Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή αναφέρει σχετικά: «Βιωτικά μεν ουν κριτήρια εάν έχητε, τους εξουθενημένους εν τη εκκλησία τούτους καθίζητε» [κεφ. στ’ 4], δηλαδή «Εάν λοιπόν έχετε βιοτικές υποθέσεις και διαφορές, είναι προτιμότερο να ορίζετε δικαστές ακόμη και τους πιο περιφρονημένους στην Εκκλησία πιστούς, και όχι ειδωλολάτρες» και «Ήδη μεν ουν όλως ήττημα υμίν έστιν ότι κρίματα έχετε μεθ’ εαυτών. διατί ουχί μάλλον αδικείσθε; διατί ουχί μάλλον αποστερείσθε; αλλά υμείς αδικείτε και αποστερείτε, και ταύτα αδελφούς;» [κεφ. στ’ 7-8], δηλαδή «Και μόνο το να έχετε δικαστικές διαφορές ο ένας με τον άλλον αποτελεί οπωσδήποτε ήττημά σας και ηθική σας έλλειψη. Γιατί δεν προτιμάτε να είστε οι αδικημένοι; Γιατί δεν προτιμάτε να ζημιώνεστε μάλλον παρά να κινείτε δίκες; Αλλά αντί γι’ αυτό εσείς οι Χριστιανοί αδικείτε και ζημιώνετε τους άλλους, κατακρατώντας εκείνα που ανήκουν σ’ αυτούς, και μάλιστα αδικείτε και ζημιώνετε αδελφούς;». Πράγματι, είναι αναμφισβήτητο ότι, δυστυχώς, μεταξύ των εν Χριστώ αδελφών, οι οποίοι ως άνθρωποι είναι ατελείς, με πάθη και αδυναμίες, αναφύονται καθημερινά ζητήματα ή, κατ’ άλλη διατύπωση, διενέξεις, που χρήζουν επίλυσης ή διευθέτησης. Μια απλή περιήγηση στις δικαστικές αίθουσες της χώρας είναι αρκετή, για να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές. Χιλιάδες υποθέσεις εκδικάζονται ετησίως στα ″κοσμικά″ δικαστήρια, στα οποία οι ενδιαφερόμενοι αναζητούν το ″δίκιο″ τους. Στην πλειονότητά τους οι υποθέσεις αυτές αφορούν οικονομικές και εμπράγματες διαφορές. Υπάρχουν όμως και υποθέσεις που αφορούν σε εξιχνίαση σοβαρών εγκλημάτων (λ.χ. ανθρωποκτονίες), σε άρση κραυγαλέας αδικίας ή καταπάτηση ή περιστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών, σε προσβολές της προσωπικότητας (λ.χ. συκοφαντική δυσφήμηση) κ.λπ. Ο απ. Παύλος θεωρεί, όπως προαναφέρθηκε, «ήττημα» το γεγονός ότι σπεύδουμε σε δικαστήρια για υποθέσεις που μπορούμε να τις παραβλέψουμε, για θέματα που απαιτούν θυσίες (βλ. Αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη, Η Α’ προς Κορινθίους Επιστολή, σελ. 196). Εκείνο, που είναι ήττα για έναν χριστιανό, είναι να παραθεωρεί τα μεγάλα και αιώνια συμφέροντά του και να τρέχει σε κοσμικά δικαστήρια για μικροπράγματα (βλ. Αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη, ό.π. σελ. 196). Ωστόσο, ο ίδιος ο Απόστολος δεν είναι εναντίον της δικαιοσύνης, αφού, όπως λέει, «Εάν λοιπόν έχετε βιοτικές υποθέσεις και διαφορές, είναι προτιμότερο να ορίζετε δικαστές». Κοντολογίς, η προσφυγή στα δικαστήρια για τις σοβαρές υποθέσεις και ″διενέξεις″ και η απονομή δικαιοσύνης από κοσμικούς δικαστές, που διαθέτουν σχετική μόρφωση και προσόντα, είναι ″έργο επιβεβλημένο″ [κατά την έκφραση του Αρχιμανδρίτη π. Δανιήλ Αεράκη], καθόσον συμβάλει στην άρση των αδικιών, στην ομαλοποίηση των σχέσεων των κοινωνών και εν τέλει στην εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης.
6. Μπορεί η ανθρώπινη δικαιοσύνη να είναι ενίοτε άδικη; Είναι αναμφισβήτητο ότι ο μόνος τέλειος και αλάνθαστος Κριτής είναι ο Θεός. Οι άνθρωποι είναι μεν δημιουργήματα του Θεού, πλην όμως δεν είναι «άγιοι». Αντιθέτως, είναι ατελείς με πάθη και αδυναμίες. Τούτο φυσικά ισχύει και για τους κοσμικούς κριτές, δηλαδή τους δικαστές, οι οποίοι, ανεξαρτήτως των ικανοτήτων, των προαιρέσεων και αγαθών προθέσεών τους, είναι δυνατόν να πλανηθούν, να υποπέσουν σε λάθη και τελικά να αδικήσουν. Ως δικαστική πλάνη ορίζεται η κατάσταση κατά την οποία τα δικαστήρια καταδικάζουν και στη συνέχεια τιμωρούν κάποιον άδικα για ένα έγκλημα που δεν έχει διαπράξει. Περιστατικά τέτοιας πλάνης είναι πολλά, ενδεικτικά δε θα αναφερθούν τα εξής δύο: Α] το 1999 η δικηγόρος Sally Clark κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία των δύο μικρών υιών της (11 εβδομάδων ο ένας και 8 εβδομάδων ο άλλος), οι οποίοι βρέθηκαν νεκροί το 1996 και το 1998, αντίστοιχα. Έφεση, που ασκήθηκε το 2000 δεν έφερε κάποιο αποτέλεσμα. Το 2002, η επιτροπή επανεξέτασης ποινικών υποθέσεων, που αναλαμβάνει την εξέταση πιθανών σφαλμάτων, στα οποία υποπίπτει η δικαιοσύνη, παρέπεμψε την υπόθεση στο εφετείο, μιας και προέκυψε ότι υπήρχαν σαφείς ενδείξεις για μόλυνση από σταφυλόκοκκο, που είχε εξαπλωθεί μέχρι το εγκεφαλικό νωτιαίο υγρό του δεύτερου υιού της. Έπειτα από πολλά έτη προσπάθειας, το 2003 η Κλαρκ αφέθηκε ελεύθερη με ετυμηγορία υπέρ της αθωότητάς της. Μάλιστα, ήδη από το 1998, είχαν γίνει γνωστά στοιχεία στον παθολόγο της Εισαγγελίας ως προς την ως άνω μόλυνση. Η Κλαρκ ποτέ δεν βίωσε την αθώωσή της ως νίκη. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το 2007 βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της, με την οικογένειά της να δηλώνει ότι δεν είχε συνέλθει ποτέ από την όλη δοκιμασία που υπέστη. Β] Μια υπόθεση δικαστικής πλάνης που απασχόλησε έντονα την ελληνική κοινωνία, είναι αυτή της Σταυρούλας Κατσαφαρέα, της αδερφής της, Μαρίας, και του συζύγου αυτής, Αντώνη Τσατσούλη. Τα τρία παραπάνω πρόσωπα κατηγορήθηκαν για ανθρωποκτονία από πρόθεση των γονιών των δύο αδελφών σε συρροή με άλλα σοβαρά εγκλήματα. Η δίκη σε πρώτο βαθμό, αναφορικά με τη Σταυρούλα Κατσαφαρέα, έλαβε χώρα το 1991. Η απόφαση ήταν καταδικαστική, με ποινή δύο φορές ισόβια κάθειρξη. Η δίκη αυτή, που έγινε το 1995, και στην οποία παραστάθηκε και η Σταυρούλα Κατσαφαρέα, ήταν και η αφορμή για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά των άλλων δύο κατηγορουμένων. Στις 8 Δεκεμβρίου του 1995, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο του Ναυπλίου εξέδωσε αθωωτική απόφαση υπέρ των τριών κατηγορουμένων, έπειτα από ψηφοφορία των ενόρκων. Την αθωωτική ψήφο της πλειοψηφίας των ενόρκων ήρθε να θεμελιώσει ένα καθοριστικό για την υπόθεση γεγονός κάποια χρόνια αργότερα. Η Ασφάλεια Αττικής εντόπισε εγκληματική ομάδα, επονομαζόμενη «συνδικάτο του εγκλήματος», η οποία, μαζί με άλλες εγκληματικές της ενέργειες, είχε διαπράξει και τη διπλή ανθρωποκτονία του ζεύγους Κατσαφαρέα.
ΙΙΙ. Η θεία δικαιοσύνη
7. Τι εννοούμε με τον όρο «δικαιοσύνη του Θεού»; Στην Αγία Γραφή ο όρος αυτός έχει διάφορες έννοιες όπως: η επικράτηση του θελήματος του Θεού · το σύνολο των αρετών · η δικαίωση, δηλαδή η αθώωση και η απαλλαγή από τις αμαρτίες που παρέχει ο Θεός στον άνθρωπο · η σωτηρία που παρέχεται μέσω της πίστεως στον Σωτήρα Χριστόν.
8. Η θεία δικαιοσύνη εκδηλώνεται με τη Χάρη του Θεού που αγιάζει και δοξάζει τον άνθρωπο. Τα αποτελέσματα της Χάριτος του Θεού σχολιάζει ρητορικότατα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος που λέει ότι: «Η χάρη του Θεού δύναται να μεταβάλει τον άνθρωπο που συμπεριφέρεται ως λύκος σε αρνίο άκακο. Τον άνθρωπο που συμπεριφέρεται ως κόρακας σε λευκή και αθώα περιστερά. Τον ληστή εργάζεται σε ελεήμονα, τον πόρνο σε όσιο». Έτσι εκδηλώνεται η ευσπλαχνία του Θεού που ενεργεί με δικαιοσύνη, για να καταστήσει τον άνθρωπο δίκαιο άνευ ανταλλαγμάτων (Η Δικαιοσύνη – Ανθρώπινη και Θεία, του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Δανιήλ).
9. Η δικαιοσύνη όμως του Θεού είναι διαφορετική από τη δικαιοσύνη των ανθρώπων. Η δεύτερη, όπως προαναφέρθηκε, είναι «αποδοτική», ενώ η πρώτη είναι «αποκαταστατική»· Δηλαδή αποβλέπει όχι στην τιμωρία, αλλά στη θεραπεία της παρανομίας και την αποκατάσταση του παραβάτη του νόμου του Θεού στην προτέρα σχέση του με Αυτόν. Όσο μεγάλη παρανομία και αμαρτία έχει διαπράξει κάποιος, ο Θεός τον συγχωρεί, εφόσον εξομολογηθεί την αμαρτία του ενώπιον του Πνευματικού του. Δικαιοσύνη του Θεού είναι εκείνη η δικαίωση και αθώωση και απαλλαγή από τα αμαρτήματα, που δίνεται από τον Θεό.
10. Η δικαιοσύνη του Θεού είναι φιλανθρωπία, επειδή στον δίκαιο παρέχεται έλεος (Αγ. Νεκτάριος). Η θεία δικαιοσύνη είναι η αγάπη του Θεού. Κατ’ ακρίβεια, δικαιοσύνη είναι να κατοικήσει ο Χριστός μέσα στον άνθρωπο και πραγματική αδικία είναι όταν οι πράξεις μας και οι ενέργειές μας απομακρύνουν τον Χριστό, τη θεία Χάρη από την ψυχή μας…Δικαιοσύνη είναι να μας δώσει ο Θεός αυτό το οποίο στερηθήκαμε, που δεν είναι άλλο από τη χάρη Του, η δυνατότητα της θεώσεώς μας, γιατί ο Θεός μας έπλασε κατ’ εικόνα Του, είμαστε φτιαγμένοι να γίνουμε θεοί κατά Χάρη, να ομοιωθούμε με τον Θεό και να κατοικήσει ο Θεός μέσα μας («Η θεία και η ανθρώπινη δικαιοσύνη», απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου δημοσιευθείσα στο περιοδικό ″Καθ’ οδόν″ [περιοδική νεανική έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού] τεύχος 53). Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε: «Η ανθρώπινη δικαιοσύνη λέει: Έσφαλες; Πρέπει να τιμωρηθείς. Η Θεία δικαιοσύνη λέει: Αναγνωρίζεις το λάθος σου και μετανοείς; Συγχωρείσαι. Είμαστε στα χέρια του Θεού που είναι όλος αγάπη». Ο ίδιος πιο πάνω Άγιος μάλιστα χρησιμοποίησε το ακόλουθο χαριτωμένο παράδειγμα, για να καταδείξει τη διαφορά μεταξύ ανθρώπινης και θείας δικαιοσύνης: «Να, πες πως κάθονται δύο άνθρωποι στο ίδιο τραπέζι για να φάνε, και έχουν μπροστά τους ένα πιάτο με δέκα βερίκοκα. Αν ο ένας πει: είμαστε δύο και τα βερίκοκα δέκα – άρα μας αναλογούν από πέντε- και φάει αυτός τα πέντε κι αφήσει για τον άλλον τα άλλα πέντε, τότε αυτός ο άνθρωπος εφαρμόζει το ανθρώπινο δίκαιο και έχει την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Γι’ αυτό το ανθρώπινο δίκαιο τρέχουμε στα δικαστήρια για να το βρούμε. Αν όμως αυτός ιδεί ότι στον άλλον αρέσουν πολύ τα βερίκοκα και δείξει ότι σ’ αυτόν δεν αρέσουν και πάρει μόνον ένα, και λέει στον άλλον ″αδελφέ, φάε συ τα άλλα, γιατί εμένα δεν μου πολυαρέσουν″, τότε αυτός έχει τη θεία δικαιοσύνη, με την οποία προτιμά ο ίδιος να αδικηθεί. Με τη θεία όμως δικαιοσύνη αμείβεται πλούσια η θυσία του από τον Θεό».
11. Ο πρώτος που εφάρμοσε τη θεία δικαιοσύνη ήταν ο Κύριός μας. Ούτε όταν Τον κατηγορούσαν δικαιολόγησε τον εαυτό Του, ούτε όταν Τον έφτυναν διαμαρτυρόταν, ούτε όταν έπασχε απειλούσε, αλλά όλα τα υπέμεινε καρτερικά και σιωπηλά, χωρίς να αντιδράσει καθόλου. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι Εκείνος δικαιολογούσε τους διώκτες Του στον πατέρα Του κι ευχόταν γι’ αυτούς, ώστε να συγχωρηθούν: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ ΚΓ’ 34). Έτσι κι εμείς, πρέπει σε κάθε ενέργειά μας να ακολουθούμε το παράδειγμα του Κυρίου μας. Να είμαστε ανεκτικοί στην αδυναμία του άλλου, να υπομένουμε τη βία εκείνων που θέλουν να μας αδικούν και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, ώστε να απαλλαγούν από το παράπτωμα της πλεονεξίας με τη μετάνοια. Όλοι πρέπει να απαλλαγούμε από τη νοοτροπία των ανθρώπων και να κάνουμε κτήμα μας και βίωμά μας τη δικαιοσύνη του Θεού. Πρέπει, κατά τον αντίστοιχο μακαρισμό του Κυρίου μας [«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην ότι αυτοί χορτασθήσονται» (Ματθ ε’ 6)], με εσωτερικό πόθο να επιθυμούμε, σαν πεινασμένοι και διψασμένοι, τη δικαιοσύνη και την τελειότητα.
12. Περί της θείας δικαιοσύνης υπάρχει στο γεροντικό η εξής θαυμαστή διήγηση: ″Κάποιος αββάς, που ασκήτευε και είχε παρρησία στον Θεό, τον παρακαλούσε με δάκρυα να του φανερώσει τον τρόπο που ο Θεός κρίνει και αποφασίζει σε κάποιες περιπτώσεις και που οι άνθρωποι δεν τον κατανοούν, αλλά νομίζουν ότι πρόκειται για παράξενα πράγματα. Ο Θεός όμως για πολύ καιρό δεν ήθελε να του φανερώσει τίποτα, επειδή ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί να γνωρίσει και να καταλάβει τα μυστήρια του Θεού. Ο ασκητής πάλι δεν έπαυε νύχτα και μέρα να κάνει τη σχετική δέηση. Μια μέρα λοιπόν ο Θεός, θέλοντας να τον πληροφορήσει, έβαλε στην καρδιά του τον λογισμό να πάει να δει ένα γέροντα ασκητή, που βρισκόταν σε άλλο τόπο, όπου για να φτάσει κανείς έπρεπε να περπατήσει πολλές μέρες. Σαν άρχισε την πορεία ο ασκητής, έστειλε ο Θεός στον δρόμο του έναν άγγελο με μορφή νέου καλογήρου, που τον χαιρέτησε με το «ευλόγησον πάτερ». Ο γέρων ασκητής αποκρίθηκε: «ο Θεός να σε συγχωρέσει, τέκνον μου». Τότε ο άγγελος ρώτησε τον γέροντα: «που πηγαίνεις, αββά;» και ο γέρων απάντησε: «πηγαίνω στον τάδε ασκητή να τον δω». Κι ο άγγελος είπε: «κι εγώ εκεί πηγαίνω και ας προχωρήσουμε μαζί». Αφού περπάτησαν οι δύο τους την πρώτη μέρα, έφθασαν το βράδυ σ’ ένα χωριό και κατέλυσαν στο σπίτι ενός ευλαβούς και φιλόξενου ανθρώπου, που τους φιλοξένησε. Μάλιστα έφερε στην τράπεζα έναν ασημένιο δίσκο. Την ώρα που επρόκειτο να αναχωρήσουν, πήρε ο άγγελος τον δίσκο κρυφά, τον πέταξε στον αέρα και ο δίσκος χάθηκε. Ο γέρων σαν το είδε αυτό λυπήθηκε, όμως δεν είπε τίποτα. Τη δεύτερη μέρα έφθασαν σε ένα άλλο χωριό, όπου τους περιποιήθηκε φιλόξενα ένας ευλαβής χριστιανός. Αυτός είχε ένα μονάκριβο γιό και τον έφερε να τον ευλογήσουν και να του δώσουν την ευχή τους. Ο άγγελος όμως την ώρα που επρόκειτο να φύγει μαζί με τον ασκητή, έπιασε το παιδί από τον λαιμό και το έπνιξε. Μπροστά σ’ αυτό το θέαμα ο γέρων δοκίμασε μεγάλη έκπληξη και τρόμαξε, αλλά και πάλι δεν μίλησε. Αφού περπάτησαν και την τρίτη μέρα, έφθασαν σ’ ένα άλλο μέρος, αλλά επειδή δεν βρήκαν κανένα να τους υποδεχθεί κάθισαν σε μια αυλή που είχε έναν τοίχο έτοιμο να πέσει. Ο άγγελος σηκώθηκε, ανασκουμπώθηκε, τον γκρέμισε και τον ξαναέκτισε αμέσως από τα θεμέλια. Αντικρύζοντας κι αυτό το τελευταίο ο γέροντας δεν μπόρεσε πλέον να σιωπήσει, αλλά άρχισε να του λέει: σε εξορκίζω στο όνομα του Θεού του Υψίστου να μου πεις την αλήθεια. Τι είναι αυτά που έκανες; Άγγελος είσαι ή δαίμονας; Αυτά που έκανες δεν είναι έργα ανθρώπου. Κι όταν ο άγγελος ρώτησε «τι έκανα;», ο γέροντας είπε: «χθες και προχθές που μας δέχθηκαν εκείνοι οι φιλόχριστοι άνθρωποι και μας φιλοξένησαν, εσύ του μεν ενός πήρες τον ασημένιο δίσκο και τον πέταξες στον αέρα και εξαφανίσθηκε, του δε άλλου έπνιξες τον γιο. Και εδώ που ήρθαμε δεν μας πρόσφεραν καμμιά περιποίηση ή φιλοξενία, καταπιάστηκες με το κτίσιμο και τους ευεργετείς». Τότε του αποκρίθηκε ο άγγελος: «άκουσε αββά, κι εγώ θα σου φανερώσω την αλήθεια των πραγμάτων. Ο πρώτος που μας δέχθηκε είναι άνθρωπος θεοφιλής και δίκαιος και διοικεί τα υπάρχοντά του κατά τις εντολές του Θεού. Εκείνος όμως ο ασημένιος δίσκος προέρχονταν από άδικη κληρονομιά και για να μην χάσει κοντά σ’ αυτόν και τον μισθό από τα καλά του έργα, με πρόσταξε ο Θεός να τον εξαφανίσω, ώστε να είναι η φιλοξενία του καθαρή και απαλλαγμένη από ανομία. Ο άλλος πάλι που μας φιλοξένησε, είναι ευλαβής και ενάρετος άνθρωπος και αν ζούσε ο γιος του, επρόκειτο να γίνει όργανο του σατανά και να διαπράξει πολλά κακά που θα έκαναν να λησμονηθούν τα καλά έργα του πατέρα του. Γι’ αυτό όρισε ο Θεός να πεθάνει κι εκείνος έτσι μικρός, για να σωθεί και η δική του ψυχή και του πατέρα του». Τότε ο γέροντας είπε: «όλα αυτά τα έκανες καλά, τι έχεις όμως να πεις για την τελευταία περίπτωση;» και ο άγγελος απάντησε: «μάθε, πάτερ, και γι’ αυτό, ότι ο νοικοκύρης αυτής της αυλής είναι κακός και άδικος και θέλει να βλάψει πολλούς, αλλά δεν το μπορεί εξαιτίας της φτώχιας του. Ο παππούς του όταν έκτιζε αυτόν τον τοίχο, έκρυψε μέσα σ’ αυτόν χρήματα πολλά, κι αν τον είχα αφήσει να πέσει, ο κακότροπος αυτός ιδιοκτήτης, θέλοντας να τον κτίσει, θα εύρισκε μέσα στα κατεδαφισμένα υλικά αυτά τα χρήματα και θα τα χρησιμοποιούσε για να κάνει το κακό που ήθελε. Γι’ αυτό με πρόσταξε ο Θεός να στερεώσω τον τοίχο, για να μη βρει τα χρήματα ο κακός αυτός άνθρωπος, που επρόκειτο να τα χρησιμοποιήσει στις κακές του επιθυμίες και να βλάψει τους ανθρώπους. Και ξέρει ο Θεός πότε θα τον φανερώσει, σε άνθρωπο που πρέπει και θα τον χρησιμοποιήσει σε καλά έργα. Είδες, λοιπόν πως κρίνει ο Θεός σε κάποιες περιπτώσεις, όπως ζητούσες να μάθεις. Γι’ αυτό πήγαινε στο κελί σου και μη σε μέλλει για τα πράγματα του κόσμου, πως και γιατί γίνονται. Διότι τα κρίματα του Θεού είναι απροσμέτρητη άβυσσος, όπως είπε ο προφήτης, και οι ενέργειές Του ανεξιχνίαστες και ακατανόητες και δεν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίζει τα πάντα με ακρίβεια. Πίστευε λοιπόν, πάτερ, ότι ο Θεός είναι δίκαιος και δεν κάνει καμία αδικία. Όσα επιτρέπει να γίνονται, όλα δικαίως γίνονται. Όταν άκουσε αυτά από τον άγγελο ο ασκητής, δόξασε τον Θεό και, αφού αποσύρθηκε στο κελί του, στο εξής δεν εξέταζε τίποτα″.
V. Επίλογος
13. Παρά τις διαφορές τους, η θεία και η ανθρώπινη δικαιοσύνη έχουν έναν κοινό στόχο: την εξασφάλιση της δικαιοσύνης και της ηθικής τάξεως. Ενώ η θεία δικαιοσύνη θεωρείται απόλυτη και υπερβατική, η ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι ευμετάβλητη και ενίοτε ατελής. Ωστόσο, και οι δύο μορφές δικαιοσύνης λειτουργούν ως ηθικοί οδηγοί για τη συμπεριφορά του ατόμου και την κοινωνική συνοχή. Εμείς, ως χριστιανοί, ακόμη κι αν μας λοιδορούν, μας συκοφαντούν και μας διώκουν, ας έχουμε στραμμένη την ελπίδα μας στον Θεό, καθώς όλα θα ξεκαθαρίσουν και θα τακτοποιηθούν στη Βασιλεία Του, δεδομένου ότι ο Θεός γνωρίζει την Αλήθεια και τα ενδότερα της ψυχής του καθενός. Όλες δε τις δοκιμασίες να προσπαθούμε να τις αντιμετωπίζουμε πνευματικά και με υπομονή, ώστε να λάβουμε μεγάλη ωφέλεια.
Κωνσταντίνος Τρ. Μαρτίνος
Εφέτης