Ομιλία Παναγιώτη Ρίζου (18-09-26)

Γαλαξείδι, Σεπτέμβριος 1821 – Γαλαξείδι, Σεπτέμβριος 2026

«Το πρέπον» των Γαλαξειδιωτών: Μια λαμπρή και επίκαιρη όσο ποτέ ιστορική παρακαταθήκη

Κυρίες και κύριοι,

Επιτρέψτε μου, πριν αρχίσω την ομιλία μου, να ευχαριστήσω θερμά όλους όσοι συνέβαλαν στη διοργάνωση των επετειακών εκδηλώσεων μνήμης και τιμής προς τους Γαλαξειδιώτες του 1821 με τον εύγλωττο τίτλο «Θα κάμωμεν το πρέπον», που ήταν απόσπασμα από την επιστολή που απέστειλαν στις 11 Σεπτεμβρίου 1821 προς τον Ανδρέα Ζαΐμη οι πρόκριτοι – έφοροι του Γαλαξειδίου περιγράφοντας την δεινή κατάσταση και ζητώντας του βοήθεια. Η πρωτοβουλία αυτή δεν αποτελεί απλώς μια αναφορά σε ένα ένδοξο παρελθόν. Αποτελεί μια πράξη ιστορικής μνήμης και συλλογικής αυτογνωσίας, ιδιαίτερα σήμερα, διακόσια πέντε χρόνια μετά την πρώτη καταστροφή του Γαλαξειδίου από τους Τούρκους. Απόψε και τις υπόλοιπες δυο ημέρες των εκδηλώσεων θα έχουμε την ευκαιρία όχι μόνο να θυμηθούμε τα γεγονότα, την εποχή, τον ιστορικό τόπο, εκείνους που αγωνίστηκαν, αλλά και να αναλογιστούμε τι είναι εκείνο που μας κληροδότησαν.

Στις 22 Μαρτίου 1821, ακριβώς τις ημέρες της έναρξης της επανάστασης ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, αρχηγός των αρματολών της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, αποστέλλει επιστολή προς τους Γαλαξειδιώτες. Μεταξύ άλλων, γράφει:

«…Από τον Μωριά μου στείλανε γράμματα πως είναι τα πάντα έτοιμα. Εγώ είμαι στο ποδάρι με τα παλληκάρια μου. Μα θέλω πρώτα να είμαι βέβαιος πως θα με ακολουθήσετε κι εσείς. Αν εσείς κάμετε την αρχή από τη μια κι εγώ από την άλλη, θα σηκωθεί όλη η Ρούμελη, γιατί ο κόσμος φοβάται. Μα σαν ιδή ελόγου σας, που έχετε τα καράβια και ξέρετε καλύτερα τα πράγματα, πως σηκώνετε μπαϊράκι, θα αναθαρρήσει».

Από τα λόγια αυτά του ευφυούς Οδυσσέα Ανδρούτσου αποκαλύπτεται ο ιδιαίτερος ρόλος που είχε το Γαλαξείδι ήδη πριν από την έναρξη του Αγώνα.

Όμως τίθεται και ένα ερώτημα: γιατί ξέρανε καλύτερα τα πράγματα οι Γαλαξειδιώτες; τί είναι αυτό που γνώριζαν καλύτερα;

Οι Γαλαξειδιώτες γνώριζαν καλύτερα τον κόσμο. Διέθεταν τις περισσότερες πληροφορίες από τους περισσότερους κατοίκους της υπόδουλης Ελλάδας, διότι επικοινωνούσαν διαρκώς με τον έξω κόσμο. Είχαν διαμορφώσει έναν κοσμοπολίτικο τρόπο ζωής και σκέψης και είχαν επηρεαστεί, μέσω της επικοινωνίας τους με τα κέντρα της Ευρώπης, από τα νέα ρεύματα ανεξαρτησίας των λαών και τα κηρύγματα της ατομικής ελευθερίας που διέδωσε η Γαλλική Επανάσταση, από τον Ρομαντισμό και από την αρχαία ελληνική πραγματεία που μέσα από την Ευρωπαϊκή Αναγέννηση ξαναγεννήθηκε και διαδόθηκε και μέσω των εμπόρων και των ταξιδευτών. Διατηρούσαν δεσμούς με τη Φιλική Εταιρεία και με τα μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού, μεταξύ αυτών και το Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη, όπου -σημειωτέων- ήταν εγκατεστημένες αρκετές Γσλαξειδιώτικες οικογένειες και για τις ναυτικές υποθέσεις τους οι Γαλαξειδιώτες καραβοκυραίοι έστελναν Βεκίλη (vekil – πληρεξούσιο αντιπρόσωπο). Το 1820-21 βεκίλης ήταν ο Γαλαξιδιώτης Μήτρος Κατζούλης, ο οποίος εξασφάλιζε από τις τουρκικές αρχές τα διάφορα πασαπόρτια – τα απαραίτητα έγγραφα κίνησης / εμπορίας για τα Γαλαξειδιώτικα καράβια.

Δηλαδή, το Γαλαξείδι ήταν ένας ακμαίος αστικός οικισμός με περίπου 700 οικίες, 600 οικογένειες και σχεδόν 3.000 κατοίκους. Ήταν ένα σημαντικό ναυτικό κέντρο με αξιοζήλευτη κοινωνική ζωή και αξιοσημείωτη οικονομική άνθηση. Οι κάτοικοί του ταξίδευαν και επικοινωνούσαν με τα πλοία τους στα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου, στον Εύξεινο Πόντο και στα μεγάλα λιμάνια της Μεσογείου.

Η επαφή αυτή με τον κόσμο, η εμπειρία της θάλασσας και η ναυτοσύνη δεν τους προσέφεραν μόνο εμπορική επιτυχία και οικονομική δύναμη. Τους είχαν διδάξει κάτι βαθύτερο: την αξία της οργάνωσης, της πειθαρχίας, της αλληλεγγύης και της συλλογικής ευθύνης.

Τα ιστορικά έγγραφα των πρώτων μηνών της Επανάστασης αποκαλύπτουν μια κοινωνία εξαιρετικά οργανωμένη για τα δεδομένα της εποχής. Υπήρχε συγκροτημένη διοίκηση με εφόρους και προκρίτους. Υπήρχε μέριμνα για τον ανεφοδιασμό της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Υπήρχε ειδική επιτροπή που συντόνιζε τον ναυτικό αγώνα και τη χρηματοδότησή του. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν συλλογικά και γίνονταν σεβαστές από τους καραβοκυραίους και τους πλοιοκτήτες της πόλης.

Μάλιστα, ήδη από τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης, το Γαλαξείδι χρησιμοποιούσε δική του επίσημη σφραγίδα. Επάνω της απεικονιζόταν ο Σταυρός, περιβαλλόμενος από δάφνινο στεφάνι, και έφερε την περίφημη επιγραφή: «Σφραγίς Ελευθερίας». Με τη σφραγίδα αυτή επικυρώνονταν οι επιστολές, τα έγγραφα και οι αποφάσεις του Κοινού του Γαλαξειδίου.

Οι ίδιοι οι πρόκριτοι εξέλεξαν ως ναύαρχο του στόλου της πόλης τον Κωνσταντή Δεδούση, επειδή τον θεωρούσαν έντιμο, ικανό και άξιο της εμπιστοσύνης τους. Και όταν, στις 21 Μαΐου 1821, έλαβαν μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις τους, δέκα πρόκριτοι υπέγραψαν και σφράγισαν το σχετικό έγγραφο εκ μέρους ολόκληρης της κοινότητας, προσδίδοντάς του επίσημη ισχύ και κύρος.

Όλα αυτά φανερώνουν ότι οι Γαλαξειδιώτες δεν ήταν απλώς άνθρωποι που γνώριζαν τον κόσμο επειδή ταξίδευαν. Ήταν μια κοινωνία με πολιτική ωριμότητα, διοικητική οργάνωση και έντονη αίσθηση του κοινού συμφέροντος. Ήξεραν να οργανώνουν τη συλλογική τους ζωή· και όταν ήρθε η ώρα, ήξεραν να οργανώσουν και τον Αγώνα.

Η επικοινωνία αυτή δεν έφερνε μόνο ευημερία. Έφερνε γνώση, μόρφωση, εμπειρίες και πολιτισμό. Παράλληλα, οι Γαλαξειδιώτες απολάμβαναν προνομιακή φορολογική μεταχείριση, ενώ η παρουσία της οθωμανικής διοίκησης στην πόλη ήταν εξαιρετικά περιορισμένη.

Γι’ αυτό και ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων σημειώνει χαρακτηριστικά στο «Δοκίμιον περί της Φιλικής Εταιρείας»:

«Ουδείς Τούρκος υπήρχεν εις το Γαλαξείδιον».

Την ίδια εικόνα καταγράφει και ο Άγγλος περιηγητής Edward Dodwell, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη το 1805 και παρέμεινε αρκετό διάστημα ώστε να σχηματίσει σαφή εικόνα της τοπικής κοινωνίας. Στο έργο του «Κλασική και Τοπογραφική Περιήγησις ανά την Ελλάδα» γράφει:

«Ευτυχώς διά τους Γαλαξειδιώτας, Τούρκος κανείς δεν ζει μαζί τους».

Στις παραμονές της Επανάστασης το Γαλαξείδι διέθετε στόλο περίπου σαράντα μεγάλων πλοίων, ενώ άλλες πηγές ανεβάζουν τον αριθμό τους σε πενήντα. Κάθε πλοίο έφερε πολυμελές πλήρωμα και οπλισμό που μπορούσε εύκολα να το μετατρέψει από εμπορικό σε πολεμικό. Με αυτόν τον στόλο το Γαλαξείδι ήταν σε θέση να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο τόσο στον έλεγχο της ναυσιπλοΐας στον Κορινθιακό Κόλπο όσο και στην υποστήριξη των χερσαίων επιχειρήσεων του Αγώνα.

Κι όμως, παρά τη δύναμή τους, οι Γαλαξειδιώτες γνώριζαν πολύ καλά τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν. Οι Οθωμανοί διατηρούσαν υπό τον έλεγχό τους τα δύο στρατηγικά «Καστέλλια», το Ρίο και το Αντίρριο. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο ιστορικός Ευθύμιος Σταθόπουλος, από τη στιγμή που οι Γαλαξειδιώτες μπήκαν στον Αγώνα, ο Κορινθιακός Κόλπος μετατράπηκε γι’ αυτούς και για τα πλοία τους σε μια πραγματική «φάκα».

Κι όμως, παρά τον κίνδυνο, ξεσηκώθηκαν.

Είχαν ήδη μυηθεί στα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας και συγκαταλέγονταν μεταξύ των πρώτων που πίστεψαν στο επαναστατικό εγχείρημα.

Όπως έχει γραφτεί χαρακτηριστικά:

«Από όλη τη Στερεά φαίνεται πως ήταν οι πρώτοι που είχαν πληροφορηθεί και ενστερνιστεί την ιδέα της Επανάστασης και πρώτοι από όλες τις ναυτικές πολιτείες που είπαν αδίσταχτα το μεγάλο “ναι” στον Αγώνα».

Με τα μακρύκανα κανόνια που ανέσυραν από τα πλοία τους στα χέρια και τα καράβια, με τις πρώτες ασπρόμαυρες επαναστατικές σημαίες τους στον κόλπο των Σαλώνων, συνέβαλαν καθοριστικά στην παράδοση – εκπόρθηση του Κάστρου συνεργαζόμενοι άριστα με τον Γκούρα, τον Πανουργιά και τους άλλους οπλαρχηγούς και την ενίσχυση του Αγώνα στη Ρούμελη. Ο L. Duprè απαθανάτισε τον επικεφαλής του πολυπληθούς σώματος Γαλαξειδιωτών Ιωάννη Μητρόπουλο να υψώνει τη σημαία στο Κάστρο των Σαλώνων στις 10 Απριλίου 2021, συγκινώντας στους ανά την Ευρώπη φιλέλληνες. Οι Γαλαξειδιώτες εξακολούθησαν να πολεμάν σε Αλαμάνα και στο Χάνι της Γραβιάς με 30 ονομαστικά καταγεγραμμένους απ’ τους εγκλείστους στο Χάνι επί συνόλω 120.

Στη θάλασσα και πριν απ’ τον ξεσηκωμό Σπετσιωτών, Ψαριανών και Υδραίων, ο Γαλαξειδιώτικος, πολεμικός πλέον στόλος, βγήκε στον Κορινθιακό για «απομόνωσιν φρουρίων επί των ακτών & διακοπήν επικοινωνίας & ανεφοδιασμού των Τούρκων» Ρούμελης-Μοριά. Πλοίαρχος κι επικεφαλής της δύναμης αυτής ο Κων. Δεδούσης. Ο στόλος διευρύνθηκε με πλοία από την Κεφαλονιά, Ύδρα & Σπέτσες και πολιόρκησε τη Ναύπακτο το Μάη του 1821, ενώ κι από ξηράς Γαλαξειδιώτες έσφιγγαν τον κλοιό. Τέλη Μαρτίου του ’21 στο Μαραθονήσι Λακωνίας ο Θεόδωρος Δεδούσης, αδελφός του Κωνσταντίνου, με το πλοίο του, ένα Υδραίικο κι ένα Κεφαλλονίτικο, κυρίευσαν 7 τουρκικά πλοία γεμάτα τρόφιμα και πολεμοφόδια.

Ταυτόχρονα οι Γαλαξειδιώτες έδρασαν και σε ιδεολογικό επίπεδο προπαγάνδας, με την έκδοση είδους χειρόγραφης εφημερίδας, της πρώτης στην επανάσταση, δηλαδή χειρόγραφα κείμενα που στέλνονταν στα άλλα μέρη και χωριά. Υποτιμητικά αποκληθηκε «Ψευτοεφημερίδα». Με αυτήν διέδιδαν σκόπιμα fake news για να τονώσουν το ηθικό των Ελλήνων και να κάμψουν το ηθικό των Τούρκων.

Συναντιόμαστε σήμερα για να αναστοχαστούμε ένα γεγονός που δεν ανήκει μόνο στην ιστορία του Γαλαξειδίου ούτε μόνο στην ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Συναντιόμαστε για να ερμηνεύσουμε μια λέξη, μια στάση ζωής, ένα ήθος που νοηματοδοτεί και το παρόν μας.

Η λέξη αυτή είναι «το πρέπον».

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1821, 12 μέρες πριν το ολοκαύτωμα, οι έφοροι πρόκριτοι, εκπροσωπώντας και τον λαό της πόλης, έγραψαν προς τον Ανδρέα Ζαΐμη στην Πάτρα μια επιστολή πληροφορώντας τον για τις πολεμικές προετοιμασίες των Γαλαξειδιωτών, τα 8 μπουρλότα που είχαν ετοιμάσει, τις μπαταρίες στην ακτή και στα μικρά νησιά γύρω γύρω. Τον ενίσχυαν επίσης ηθικά γράφοντάς του «…μη δειλιούν οι Έλληνες χτυπάτε όπου και αν ημπορείτε τα σκυλιά γιατί είναι πολλά αδύνατα» και τον πληροφορούν για νίκες των Ελλήνων σε πολλά από τα πολεμικά μέτωπα. Τον πληροφορούν όμως παράλληλα ότι τα δικά τους πολεμοφόδια τελειώνουν και η μπαρούτη τελειώνει και να φροντίσει να σταλεί όσο μπορεί πιο γρήγορα 100 οκάδες αν είναι δυνατόν και με το ίδιο καΐκι που του έστειλαν την επιστολή, με τον καπετάν Γιάννη, το καΐκι –γράφουν– να μη μας το στείλετε άδειον. Γράφουν επίσης : «…Ημείς όμως εγινήκαμεν έτοιμοι δια να τα απαντήσωμεν αν θελήσουν να έλθουν. Δια τα εδώ άμποτες να έλθουν δια να τους κάμωμεν το πρέπον».

Τι εννοούσαν όμως με αυτή τη φράση; Τι σημαίνει «το πρέπον»; Και γιατί η φράση αυτή εξακολουθεί να μας αφορά δύο αιώνες αργότερα;

Τι είναι το πρέπον;

Ουσιαστικοποιημένη μετοχή του αρχαίου ρήματος πρέπω, που σημαίνει ξεχωρίζω, φαίνομαι καθαρά και αργότερα ταιριάζω, αρμόζω. Στην αρχαία ελληνική σκέψη, το πρέπον είναι εκείνο που αρμόζει στον άνθρωπο σύμφωνα με την αρετή, την περίσταση και το χρέος του. Δεν είναι απλώς το σωστό. Είναι το ηθικά αρμόζον. Ο Αριστοτέλης διδάσκει ότι η αρετή εκδηλώνεται με τρόπο ανάλογο προς τον χρόνο, τον τόπο και τις περιστάσεις. Ο ενάρετος άνθρωπος πράττει «ως δει», όταν πρέπει, όσο πρέπει και για τον λόγο που πρέπει.

Για τους Στωικούς φιλοσόφους, και ιδιαίτερα τον Παναίτιο, το πρέπον ταυτίζεται με το καθήκον που απορρέει από τη φύση και την ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στην κοινότητα. Στον Θουκυδίδη συναντούμε επανειλημμένα την ιδέα ότι οι ελεύθεροι πολίτες δεν ενεργούν με γνώμονα μόνο το συμφέρον, αλλά και με βάση το χρέος προς την πατρίδα. Ο Σοφοκλής, στην «Αντιγόνη», υψώνει την ηρωίδα του απέναντι στην αυθαίρετη εξουσία όχι επειδή είναι βέβαιη για τη νίκη της, αλλά επειδή θεωρεί ότι έχει χρέος να πράξει το πρέπον.

Συνεπώς, το πρέπον δεν είναι η εύκολη επιλογή. Είναι η επιλογή που διασώζει την τιμή, την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά.

Το πρέπον των Γαλαξειδιωτών

Όπως προείπα, όταν ξέσπασε η Επανάσταση, το Γαλαξείδι βρισκόταν σε περίοδο οικονομικής ακμής. Διέθετε σημαντικό στόλο και αποτελούσε σημαντικό ναυτικό και εμπορικό κέντρο της Στερεάς Ελλάδας. Οι κάτοικοί του θα μπορούσαν να παραμείνουν ουδέτεροι. Θα μπορούσαν να προστατεύσουν τον πλούτο τους, τα καράβια τους και τις οικογένειές τους. Δεν το έκαναν. Μπήκαν στον Αγώνα από τους πρώτους. Διέθεσαν πλοία, χρήματα, εφόδια και ανθρώπους. Πολέμησαν στη θάλασσα και στη στεριά. Συμμετείχαν στην κατάληψη των Σαλώνων, στην πολιορκία της Ναυπάκτου και σε πλήθος επιχειρήσεων της Ρούμελης και του Μοριά. Οι πηγές της εποχής αποκαλύπτουν ότι οι Γαλαξειδιώτες δεν αιφνιδιάστηκαν από τον κίνδυνο. Γνώριζαν εγκαίρως την κίνηση του εχθρικού στόλου και προετοιμάζονταν συστηματικά για την άμυνα της πόλης. Μετέφεραν εφόδια και κανόνια από τα πλοία τους στη στεριά, μετέτρεψαν μικρότερα σκάφη σε πυρπολικά, συγκέντρωσαν πυρίτιδα, στρατολόγησαν άνδρες από τα γύρω χωριά και μετέφεραν τα γυναικόπαιδα και τα πολύτιμα αντικείμενα σε ασφαλή καταφύγια στα βουνά και στα σπήλαια της περιοχής. Την ίδια στιγμή απηύθυναν εκκλήσεις για βοήθεια προς την Πελοπόννησο και τους ηγέτες του Αγώνα, χωρίς όμως να αναστείλουν ούτε στιγμή τις προετοιμασίες τους.

Η έννοια της φράσης τους για το πρέπον ήταν η ψύχραιμη απόφαση ανθρώπων που γνώριζαν πολύ καλά τη δυσκολία της θέσης τους, αλλά δεν ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν το χρέος τους.

Όταν, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1821, έγινε φανερό ότι ο ενωμένος στόλος του Καπουδάν πασά (στόλαρχου) Καρά Αλή ενώθηκε με τον αιγυπτιακό υπό την αρχηγία του αιμοσταγούς και αδίστακτου πρώην πειρατή Ισμαήλ Γιβραλτάρ και κατευθυνόταν προς το Γαλαξείδι, οι πρόκριτοι δεν έμειναν αδρανείς. Πήραν μέτρα άμυνας. Μετέφεραν τα γυναικόπαιδα, τους ηλικιωμένους και όσα πολύτιμα αγαθά μπορούσαν να σωθούν στα βουνά και στα σπήλαια της περιοχής .Γνώριζαν ότι η πόλη μπορεί να καεί. Γνώριζαν ότι τα σπίτια μπορεί να χαθούν. Γνώριζαν ότι τα πλοία μπορεί να βυθιστούν. Αυτό που δεν έπρεπε να χαθεί ήταν η ψυχή του Γαλαξειδίου: οι άνθρωποί του. Γιατί χωρίς ανθρώπους δεν υπάρχει πατρίδα. Χωρίς οικογένειες δεν υπάρχει μέλλον. Χωρίς νέους, ναυτικούς, τεχνίτες και παιδιά δεν υπάρχει αναγέννηση. Λίγο πριν από την καταστροφή, ο οθωμανικός και αιγυπτιακός στόλος εμφανίσθηκε στον Κορινθιακό Κόλπο με συντριπτική υπεροχή. Τα πλοία που πλησίαζαν το Γαλαξείδι ήταν δεκάδες, ενώ οι υπερασπιστές της πόλης αριθμούσαν μόλις λίγες εκατοντάδες. Οι περισσότεροι γνώριζαν ήδη ότι η έκβαση της μάχης ήταν προδιαγεγραμμένη.

Όταν οι επιτιθέμενοι ζήτησαν την άνευ όρων παράδοση της πόλης και των πλοίων, οι Γαλαξειδιώτες αρνήθηκαν ακόμη και να συζητήσουν την πρόταση. Πριν καν ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις, άρχισε ο κανονιοβολισμός και μια σκληρή μάχη ξέσπασε στη θάλασσα και στη στεριά. Οι υπερασπιστές ανταπέδιδαν τα πυρά από τα πλοία τους, από τις οχυρές θέσεις της ξηράς και από τις πυροβολαρχίες που είχαν προετοιμάσει.

Η αντίσταση συνεχίσθηκε έως την επόμενη ημέρα. Όμως η αριθμητική υπεροχή του εχθρού ήταν συντριπτική. 46 πλοία & 2500 άρτια εξοπλισμένοι επιτιθέμενοι Οθωμανοί, πλέον ενός Αγγλικού συμμαχικού τους της φρεγάτας «Ζηνοβία» που ήταν πλοηγός τους, έναντι 15 πλοίων των Γαλαξειδιωτών και φίλων, 350 σύνολο τελικά μαχητών! Μετά από πείσμονα, σκληρό μα άνισον αγώνα, μετά την ξαφνική αποχώρηση 200 άτακτων του Πανουργιά, χωρίς την βοήθεια σώματος 300 περίπου Ελλήνων πολεμιστών που αποβιβάστηκαν λίγες ημέρες πριν στο Γαλαξείδι υπό την αρχηγία του Νέγρη και του Μαυροκορδάτου άλλα έφυγαν προς Μεσολόγγι και Σάλωνα, λόγω άλλων «επειγουσών» υποχρεώσεών τους, χωρίς τον καπετάνιο Ιωάννη Μητρόπουλο που είχε δολοφονηθεί άδικα 41 ετών από ελληνικό χέρι ενώ κοιμόταν στο κρεββάτι του το καλοκαίρι του 1821 λόγω διχονοιών και διαφωνιών – είπαν, χωρίς μπαρουτοβόλα που είχαν ζητήσει και δεν έφτασαν ποτέ, χωρίς την ενίσχυση του στόλου των Υδραίων και Σπετσιωτών, στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 το Γαλαξείδι παραδόθηκε στις φλόγες. Η πόλη πυρπολήθηκε, τα πλοία καταστράφηκαν και οι περιουσίες χάθηκαν. Ένας από τους κατοίκους έγραψε λίγες ημέρες αργότερα: «Το καράβι μου το πήραν οι Τούρκοι, το σπίτι μου το έκαψαν με όλα τα υπάρχοντά μου και έμεινα δίχως να μου μείνει ένα πουκάμισο».

Και όμως, παρά το ολοκαύτωμα, δεν χάθηκε το πολυτιμότερο αγαθό. Δεν χάθηκε η γαλαξειδιώτικη ψυχή. Και γι’ αυτό το Γαλαξείδι μπόρεσε αργότερα να ξαναγεννηθεί. Κάηκε τρείς φορές και ξαναγεννήθηκε άλλες τόσες!

Το Γαλαξείδι και τα επίμαχα γεγονότα από την αντίπαλη σκοπιά

Όσα γνωρίζουμε για τα γεγονότα που αφηγούμαστε, προέρχονται από τις ελληνικές πηγές και τις μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα, και κατεγράφησαν, από επιστολές που σώθηκαν, από επιστολές και χειρόγραφα των τότε ξένων περιηγητών. Υπάρχει όμως και μία άλλη, εξίσου πολύτιμη μαρτυρία. Η μαρτυρία του αντιπάλου. Γνώριζα από παλιά ότι από το 1453 και μέχρι την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, οι αρμόδιοι Τούρκοι αξιωματούχοι, διοικητικοί και στρατιωτικοί, στέλνανε τακτικές αναφορές προς την Υψηλή Πύλη για τα συμβάντα στην περιφέρεια τους ή για τις αποστολές που αναλάμβαναν. Αυτές οι αναφορές είχαν συγκεντρωθεί από το τουρκικό κράτος από όλες της περιοχές της τότε αυτοκρατορίας του και αποτελούσαν τμήμα των Οθωμανικών κρατικών αρχείων που βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη. Σκέφτηκα να δοκιμάσω να προμηθευτώ –εάν υπήρχε τρόπος– τα τουρκικά αρχεία με τις αναφορές για το Γαλαξείδι και τα εν λόγω συμβάντα. Επικοινώνησα με τον φίλο μου από παλιά Σουκρού Ιλιτζακ, επίκουρο καθηγητή Οθωμανικής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ. Κι εκείνος με ενημέρωσε ότι έχουν προσφάτως ψηφιοποιηθεί και έχουν μεταφραστεί από την παλαιά Οθωμανική – φαρσί γραφή προς την αγγλική γλώσσα. Τον παρακάλεσα να μου τα στείλει και μου τα έστειλε. Έτσι επέλεξα να σας μεταφέρω, σε ελληνική μετάφραση που έκανα, την αναφορά τού Μεγάλου Βεζίρη προς την Υψηλή Πύλη για την καταστροφή του Γαλαξειδίου και την απάντηση του Σουλτάνου.

Ο Μεγάλος Βεζίρης ενημέρωνε τον Σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ ότι οι οθωμανικές δυνάμεις:

Αχρονολόγητο

Οθωμανικά Κρατικά Αρχεία BOA/HAT 51311

[Μεγάλος Βεζίρης]

«Προς τον ισχυρό, γενναιόδωρο, επιβλητικό και παντοδύναμο ευεργέτη μου, τον κύριό μου και σουλτάνο μου,

Την περασμένη Δευτέρα, κατά το συμβούλιο που συγκλήθηκε στην Υψηλή Πύλη, συζητήθηκε κατά πόσον ο Αυτοκρατορικός Στόλος θα έπρεπε να παραμείνει στα ύδατα του Μοριά μετά τη Ρουζ-ι Κασίμ (ημέρα του Αγίου Δημητρίου κατά το οθωμανικό ημερολόγιο, δηλαδή το τέλος της θερινής ναυτικής περιόδου), καθώς και διάφορα άλλα ζητήματα. Επρόκειτο να υποβάλω προς την Αυτοκρατορική Μεγαλειότητά σας ξεχωριστή αναφορά σχετικά με τις συζητήσεις αυτές, όταν έφθασαν νέες αναφορές από τον Καπουδανά Μπέη. Σύμφωνα με το περιεχόμενό τους, και όπως είχε ήδη αναφερθεί σε προηγούμενη επιστολή του προς τον Σερασκέρη Χουρσίτ Πασά, αποσπάστηκαν πλοία από τον Αυτοκρατορικό Στόλο υπό τη διοίκηση του Ριγιαλέ Μπέη και στάλθηκαν προς την αποβατική περιοχή της Λιβαδειάς και του Γαλαξειδίου. Αρχικά επιτέθηκαν στη Βοστίτσα και κατόπιν στο Γαλαξείδι. Αποβίβασαν στρατεύματα, κατατρόπωσαν τους επαναστάτες απίστους, κατέστρεψαν και πυρπόλησαν ολόκληρη την πόλη, κατέλαβαν τέσσερις πυροβολαρχίες και δεκαέξι πυροβόλα, ενώ από περίπου εξήντα πέντε μεγάλα και μικρά επαναστατικά πλοία που βρίσκονταν κατά μήκος της ακτής, περισσότερα από τριάντα κυριεύθηκαν από τους άνδρες μας και τα υπόλοιπα βυθίσθηκαν ή πυρπολήθηκαν. Κατά την ίδια περίοδο, ο δικός σας υπηρέτης Γιουσούφ Πασάς των Σερρών έφθασε επίσης στην περιοχή, απελευθέρωσε τους μουσουλμάνους που κρατούνταν αιχμάλωτοι από τους επαναστάτες και τους έστειλε στο φρούριο της Πάτρας. Την επομένη της αναχώρησης των πλοίων από το Γαλαξείδι, ελήφθη η πληροφορία ότι διακόσια επαναστατικά πλοία από την Ύδρα και τις Σπέτσες, πλήρως προετοιμασμένα για μάχη, έπλεαν για να επιτεθούν στον Αυτοκρατορικό Στόλο. Καθώς δεν ήταν καθόλου σκόπιμο ο Αυτοκρατορικός Στόλος να παραμένει αγκυροβολημένος σε κλειστό χώρο όπως ο Πατραϊκός Κόλπος ενώ ο εχθρός βρισκόταν εν κινήσει, υποχρεώθηκε και ο ίδιος να αποπλεύσει. Έτσι εγκατέλειψε αμέσως την Πάτρα και κατευθύνθηκε προς τη Ζάκυνθο. Από εκεί επρόκειτο να κινηθεί ανάμεσα στα νησιά, να προσπαθήσει, με τη βοήθεια του Παντοδύναμου Θεού, να συντρίψει και να καταστείλει τα επαναστατικά πλοία και στη συνέχεια να προχωρήσει μέχρι τα Στενά, όπου θα ανέμενε τις αυτοκρατορικές διαταγές…».

Απάντηση του σουλτάνου:

«Δόξα τω Θεώ, η εκστρατεία του Αυτοκρατορικού Στόλου στον Μοριά δεν υπήρξε άκαρπη. επετεύχθη μια αξιόλογη νίκη.

Πέρα από τα άλλα οφέλη και πλεονεκτήματα που απέφερε, η νίκη που επιτεύχθηκε αποτελεί σπουδαία εκδήλωση της θείας εύνοιας και γέμισε ολόκληρη την κοινότητα των πιστών του Μωάμεθ με χαρά και αγαλλίαση.

Με τη χάρη του Θεού, ας επιτευχθούν και πολλές ακόμη παρόμοιες νίκες στα νησιά …» .

Το έγγραφο είναι ιδιαίτερα σημαντικό διότι περιγράφει την καταστροφή του Γαλαξειδίου (Σεπτέμβριος 1821) από τον οθωμανικό στόλο ως μεγάλη επιτυχία, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει την πραγματική ανησυχία της οθωμανικής διοίκησης απέναντι στους στόλους της Ύδρας και των Σπετσών. Παρά τους πανηγυρισμούς για τη νίκη στο Γαλαξείδι, το κείμενο δείχνει ότι ο οθωμανικός στόλος εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ανεφοδιασμού, κόπωσης πληρωμάτων και αβεβαιότητας ως προς την κυριαρχία του στο Αιγαίο.

Οι Οθωμανοί παρουσίασαν την επιχείρηση αυτή ως μεγάλη στρατιωτική επιτυχία. Όμως πίσω από τη θριαμβολογία διακρίνει κανείς μία άλλη αλήθεια. Μια μικρή ναυτική πολιτεία της Ρούμελης είχε κατορθώσει να απασχολήσει επανειλημμένα τον οθωμανικό στόλο, τον Χουρσίτ Πασά, τον Μεγάλο Βεζίρη και τον ίδιο τον Σουλτάνο. Οι Οθωμανοί δεν κατέστρεψαν το Γαλαξείδι επειδή το θεωρούσαν ασήμαντο. Αντίθετα, οι ίδιες οι αναφορές τους (και οι υπόλοιπες που δεν ενσωματώνω στο παρόν κείμενο για λόγους οικονομίας) αποδεικνύουν ότι το αντιμετώπιζαν ως ενεργό και άκρως υπολογίσιμο παράγοντα της Επανάστασης. Και ίσως αυτή να είναι μία επίσης –από την ανάποδη– αδιάψευστη μαρτυρία της προσφοράς του στον Αγώνα.

Αλλά η ιστορία του Γαλαξειδίου δεν εξαντλείται ούτε στις μάχες ούτε στην αναγνώριση που έλαβε από φίλους και εχθρούς. Η βαθύτερη σημασία της βρίσκεται σε αυτό που ακολούθησε. Στο γεγονός ότι, παρά την καταστροφή, ο τόπος επέζησε. Και επέζησε γιατί οι άνθρωποί του είχαν φροντίσει να διασώσουν το μέλλον.

Συχνά βλέπουμε την ιστορία μόνο μέσα από το πρίσμα της ηρωικής θυσίας. Όμως η σοφία των Γαλαξειδιωτών μάς διδάσκει κάτι βαθύτερο. Δεν αρκεί να ξέρεις μόνο να πεθαίνεις για έναν τόπο. Πρέπει να ξέρεις και να τον διασώζεις. Δεν αρκεί να υπερασπίζεσαι το παρόν. Πρέπει να προετοιμάζεις το μέλλον. Το Γαλαξείδι κάηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1821 ύστερα από άνιση μάχη. Όμως δεν χάθηκε. Γιατί οι άνθρωποί του επέζησαν. Και όταν πέρασε η καταστροφή, επέστρεψαν. Έχτισαν ξανά τα σπίτια τους. Ξανάστησαν τους ταρσανάδες. Ναυπήγησαν αμέσως 12 νέα πλοία, μπρατσέρες. Συνέχισαν να αγωνίζονται απτόητα για την πατρίδα, μαχόμενοι τους εχθρούς και ανεφοδιάζοντας τη Ρούμελη και τον Μοριά.

Το Μάη του 1825 ο Κιουταχής με πολυάριθμο στρατό επιτέθηκε στο Γαλαξείδι και το ξανάκαψε, και ό,τι απέμεινε το αποτελείωσε ο Ιμπραήμ το Νοέμβριο του 1825 με 4000 άνδρες που κατέλαβαν πάνω από 40 πλοία στο λιμάνι. Οι Γαλαξειδιώτες είχαν προλάβει –ευτυχώς– να διαφύγουν. Η σωτηρία του ανθρώπινου δυναμικού του Γαλαξειδίου έγινε η βάση της ανάστασής του, η συνέχεια της ιστορίας.

Η έννοια του «χρέους» μάς οδηγεί στον Νίκο Καζαντζάκη. Στην «Ασκητική» του γράφει:

«Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γη. Αν δε σωθεί, εγώ θα φταίω».

Ο Καζαντζάκης δεν εννοεί κυριολεκτικά ότι ένας άνθρωπος μπορεί να σώσει μόνος τον κόσμο. Μιλά για την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης. Η ζωή αποκτά νόημα όταν ο άνθρωπος αναλαμβάνει το χρέος του. Οι Γαλαξειδιώτες του 1821 δεν περίμεναν να τους σώσει κάποιος άλλος. Δεν περίμεναν το κράτος, που δεν υπήρχε ακόμη. Δεν περίμεναν βεβαιότητες. Ανέλαβαν οι ίδιοι την ευθύνη. Αυτό είναι το καζαντζακικό χρέος πριν ακόμη διατυπωθεί από τον μεγάλο συγγραφέα. Η ιστορία δεν είναι μουσείο. Είναι ευθύνη. Δεν είναι ανάμνηση. Είναι παρακαταθήκη. Όσο περισσότερο μελετά κανείς τα γεγονότα του 1821, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι η μεγάλη κληρονομιά των Γαλαξειδιωτών δεν είναι μόνο τα κατορθώματά τους. Είναι το ήθος τους. Αλλά εδώ γεννιέται ένα βαθύτερο ερώτημα. Τι είναι τελικά εκείνο που κληροδοτεί μια γενιά στην επόμενη; Ποια είναι η παρακαταθήκη της; Τα σπίτια; Τα πλοία; Τα υλικά πλούτη; Η ιστορία δείχνει ότι όλα αυτά μπορούν να χαθούν μέσα σε λίγες ώρες. Το Γαλαξείδι κάηκε. Τα καράβια χάθηκαν. Οι περιουσίες καταστράφηκαν. Και όμως το Γαλαξείδι επέζησε και μετά τις καταστροφές του μεγαλούργησε. Γιατί επιβίωσε εκείνο που είχε τη μεγαλύτερη αξία. Οι άνθρωποί του. Το πνεύμα του. Το ήθος του. Η αίσθηση του πρέποντος. Γι’ αυτό η σπουδαιότερη παρακαταθήκη δεν είναι μια περιουσία. Είναι ένα μέτρο ζωής. Δεν είναι η μεταβίβαση ενός κανόνα. Είναι η μεταβίβαση μιας εσωτερικής πυξίδας. Όχι να πεις στους επόμενους τι ακριβώς πρέπει να κάνουν. Αλλά να τους μάθεις να αναγνωρίζουν το πρέπον όταν έρθει η στιγμή. Αυτή είναι η ουσία κάθε πραγματικής παρακαταθήκης. Οι αρχαίοι Έλληνες διέκριναν το πρέπον από το δέον. Το δέον απαντά στο ερώτημα: «Τι οφείλω να κάνω;» Το πρέπον απαντά στο ερώτημα: «Τι αρμόζει να κάνω ως άνθρωπος;» Το δέον είναι το καθήκον. Το πρέπον είναι το ήθος. Το δέον μπορεί να επιβληθεί. Το πρέπον κατακτάται. Ο Αριστοτέλης θα έλεγε ότι ο ενάρετος άνθρωπος πράττει όχι απλώς σύμφωνα με έναν κανόνα αλλά σύμφωνα με τη φρόνηση, δηλαδή την ικανότητα να αναγνωρίζει τι αρμόζει σε κάθε περίσταση. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να γνωρίζεις το σωστό. Πρέπει να έχεις διαμορφώσει τον χαρακτήρα που θα σε οδηγήσει στο σωστό. Αυτό ακριβώς παρέδωσαν οι Γαλαξειδιώτες. Όχι ένα σύνθημα. Όχι μια θεωρία. Ένα παράδειγμα.

Η ιστορία δημιουργείται και διαμορφώνεται από γεγονότα και πράξεις. Πίσω όμως από τα ιστορικά γεγονότα υπήρχαν πάντοτε άνθρωποι. Άνθρωποι με υπόσταση, με όνομα και επώνυμο, με οικογένεια, με ελπίδες, με φόβους, με όνειρα. Άνθρωποι που έζησαν, αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν. Γι’ αυτό θα ήθελα να ολοκληρώσω τη μικρή αυτή ομιλία όχι με μια ακόμη ιστορική αναφορά, αλλά με μια μνημόνευση. Με την επίκληση ορισμένων από τα ονόματα εκείνων των Γαλαξειδιωτών που βίωσαν δραματικά τα γεγονότα του 1821 και συνέδεσαν τη ζωή τους με την ελευθερία, σαν να μνημονεύουμε τις ψυχές και τους μάρτυρες ενός κοινού ιστορικού χρέους.

Μήτρος Καζουλής, Παπαπέτρος, Πανάγος Λογοθέτης, Γιόργις Μοραήτης, Κονσταντής Παπαγηόργης, Κονσταντής Κίνινος, Λουκας Μίχος, Ελιάς Φούντας, Αναγνωστης Μίχος, Θανάσης Μοραήτης, Μητρος Λογοθετης, Ανδρεας Βαρλαμης, Δροσσος Βλαμης, Κων/νος Δεδούσης, Ιωάννης Μητρόπουλος, Γεώργιος Αλύκουρης, Μαρία Αθανασοπούλου, Σταύρος Μπραγιώργος, Αλεφάντω Ζανιά, Ανδρέας Παπαλεξόπουλος, Ανδρέας Καμμένος, Δημήτριος Μουλδής, Ανδρέας Λουκέρης, Δημήτριος Μπακογιώργος, Δημος Ανατσίτος, Νικός Κύρκος, παπα Στάθης Γουργουρής, Δημήτριος Φράγκος, όλοι οι 30 στο Χανι και όλοι οι κάτοικοι πολίτες του Γαλαξιδιού, που βίωσαν δραματικά εκείνη την εποχή.

Και όπως στην λειτουργία στην εκκλησία, όταν έρχεται η στιγμή του «Πάτερ ἡμῶν», όλοι μαζί, ως ένα σώμα και μία κοινότητα, ενώνουμε τη φωνή μας σε μια προσευχή, έτσι και τώρα, στον τόπο της μνήμης, αισθάνομαι ότι οφείλουμε να κάνουμε κάτι αντίστοιχο. Άλλωστε, η λέξη «εκκλησία» σήμαινε αρχικά τη συνέλευση των πολιτών, την κοινή παρουσία και συμμετοχή. Την «ἐκκλησία τοῦ δήμου». Και απόψε είμαστε όλοι μαζί εδώ. Στον ίδιο τόπο. Μέσα στην ίδια μνήμη. Κάτω από το ίδιο χρέος. Γι’ αυτό αισθάνομαι ότι είναι η στιγμή να αναλάβουμε όλοι μας, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα, από κοινού μια μικρή ευθύνη. Να σταθούμε όρθιοι. Να κάμωμεν το πρέπον. Και να απαγγείλουμε όλοι μαζί, σαν φόρο τιμής σε όλους τους Γαλαξειδιώτες που πολέμησαν και συμμετείχαν στα ιστορικά γεγονότα του αγώνα του 1821, τέσσερις στίχους από τον «Ύμνο στην Ελευθερία» του Διονυσίου Σολωμού, που από το 1865 αποτελεί τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδας:

«Ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὦ χαῖρε, Ἐλευθεριά!»

Σας ευχαριστώ,

Παναγιώτης Ρίζος